«Την επομένη ενός θανάτου σε μια οικογένεια, της κήρυξης ενός πολέμου σε ένα έθνος, το πεδίο των σκέψεων και των στοχασμών μας σίγουρα μετατοπίζεται, αλλά δεν παύουμε να είμαστε σε θέση να ανακαλούμε στην μνήμη εικόνες από τις προηγούμενες ημέρες και να γυρνάμε πίσω από την μια στην άλλη χωρίς να διακόπτεται η συνέχειά τους. Όποια και αν είναι η σοβαρότητα της κρίσης που διανύει μια κοινωνία, οι άνθρωποι συνεχίζουν να συναντώνται, να συναναστρέφονται ο ένας τον άλλον, οι οικογένειες δεν διαλύονται ξαφνικά. Η καταστροφή και ο διαμελισμός μιας κοινωνίας δεν εμποδίζουν τα μέλη της να συμπεριφέρονται σαν να ανήκουν ακόμη σ’ αυτήν όσο διαρκούν οι τελευταίες εσωτερικές επιταγές της· αυτές όμως είναι και οι πιο πρόσφατες».
Maurice Halbwachs, Τα κοινωνικά πλαίσια της μνήμης

xifi1Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι άνθρωποι σκέπτονται μόνοι ακόμη και όταν ενθυμούνται ανακατασκευάζοντας συγκεκριμένες εικόνες του παρελθόντος; Μήπως τα «πλαίσια», δηλαδή η γλώσσα, ο χρόνος, ο χώρος και η εμπειρία, απαραίτητα για να αναγνωριστούν και να τοποθετηθούν κάπου οι αναμνήσεις, είναι τα «υλικά» που προσφέρει η κοινωνία;

Δίχως άλλο, η συλλογική μνήμη προϋποθέτει την αναφορά σε μια ομάδα της οποίας τα μέλη μοιράζονται παραδόσεις. Το ίδιο συμβαίνει και στις περιπτώσεις, που η συλλογική μνήμη έχει ως «σημείο» αναφοράς την οικογένεια. Οι τεχνικοί της εξουσίας γνωρίζουν καλά ότι οι αποκλεισμένοι από την συλλογική μνήμη είναι δύο φορές σκλάβοι. Άνθρωποι με θρυμματισμένες μνήμες θα δεχθούν πιο εύκολα ότι υπάρχουν απαγορευμένες ιδέες και έπειτα θα οριστούν οι απαγορευμένες μνήμες ώστε να ελεγχθούν οι ενοχλητικές ιδέες.

Είναι, λοιπόν, δυνατόν η συλλογική μνήμη να διαλύεται σε κομματάκια και να ανασυγκροτείται στα εξ ων συνετέθη και μάλιστα εσαεί; Φαντάζει αστείο και μόνο να το σκεφτόμαστε. Η πραγματικότητα μοιάζει τότε «αδιαπέραστη από το φως της σκέψης», η δράση χωρίς συνάφεια και εμείς παραδομένοι στην «μαρμαρυγή αυτού που δεν έχει θεμέλιο και βάθος», μοιάζουμε με εκείνον που βρίσκεται «πεταμένος στην ανασφάλεια ενός χώρου, όπου δεν μπορεί να ζήσει, αλλά ούτε και να πεθάνει αυτός ο ίδιος», όπως γράφει ο Maurice Blanchot (Ο χώρος της λογοτεχνίας, Εξάντας 1994, το σχόλιο αφορά τον Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε από το ομώνυμο βιβλίο του Rilke), εκεί που ο θάνατος είναι ανώνυμος, η φτώχεια έχει οσμή και ο φόβος σκεπάζει τα πάντα… Συνέχεια