περί αναρχισμούΜία από τις πρώιμες και πιο αξιοθαύμαστες έρευνες του 18ου αιώνα για την ελευθερία και τη δουλεία είναι «Η πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους» του Ρουσό (1775), μία επαναστατική πραγματεία κατά πολλούς τρόπους . Σ’ αυτήν ο Ρουσό επιδιώκει να «εκθέσει την προέλευση και την πορεία της ανισότητας , την εδραίωση και την κατάχρηση προνομίων των πολιτικών κοινωνιών , στο βαθμό που αυτά τα πράγματα μπορούν να συναχθούν από τη φύση του ανθρώπου μόνο με το φως της σκέψης».

Τα συμπεράσματά του ήταν αρκετά σκανδαλιστικά , ώστε οι κριτές του διαγωνισμού για το βραβείο της Ακαδημίας της Ντιζόν , στους οποίους υποβλήθηκε αρχικά το έργο , αρνήθηκαν να ακούσουν το κείμενο μέχρι τέλους . Σ’ αυτό ο Ρουσό αμφισβητεί τη νομιμοποίηση σχεδόν όλων των κοινωνικών θεσμών , όπως επίσης τον ατομικό έλεγχο της ιδιοκτησίας και του πλούτου . Υπάρχουν «σφετερισμοί […]που ήταν θεμελιωμένοι σε ένα δίκαιο πρόσκαιρο και καταχρηστικό και μην έχοντας κερδίσει παρά με τη χρήση βίας , η βία μπορούσε να τους στερήσει[των πλουσίων] τα αγαθά , χωρίς να έχουν λόγο για παράπονα». Ούτε εκείνοι που πλούτισαν μόνο με την επιδεξιότητά τους μπορούν να θεμελιώσουν την ιδιοκτησία τους «πάνω σε καλύτερους τίτλους». Έναντι αυτού του ισχυρισμού τους θα μπορούσε κάποιος να προβάλει την ένσταση : «Δεν ξέρεις ότι πλήθος από τα αδέλφια σου πεθαίνουν ή υποφέρουν από την έλλειψη αυτών που περισσεύουν σε σένα και πως θα σου χρειαζόταν επείγουσα και ομόθυμη συναίνεση όλου του ανθρώπινου γένους για να οικειοποιηθείς από τιν κοινό επιούσιο ο,τι βρίσκεται πέρα από τον δικό σου;»
Είναι αντίθετο στο νόμο της φύσης «μία χούφτα άνθρωποι να κολυμπούν σε περίσσια αγαθά , τη στιγμή που το πλήθος των πεινασμένων στερείται τα απλύτως απαραίτητα».
Ο Ρουσό υποστηρίζει ότι η κοινωνία των πολιτών μετά βίας είναι κάτι περισσότερο από μία συνομωσία των πλουσίων για να εξασφαλίσουν τη λεία τους . Υποκριτικά οι πλούσιοι καλούν τους γείτονές τους λέγοντας «να θεσπίσουμε κανονισμούς δικαιοσύνης και ειρήνης με τους οποίους να είναι όλοι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται , χωρίς καμία εξαίρεση , που να διορθώνουν κατά κάποιον τρόπο τις ιδιοτροπίες της τύχης , υποτάσσοντας εξίσου τον δυνατό και τον αδύνατο σε αμοιβαίες υποχρεώσεις»– νόμους δηλαδή που , όπως θα πει ο Ανατόλ Φρανς , με όλη τους τη σοβαρότητα αρνούνται στους πλούσιους και στους φτωχούς εξίσου το δικαίωμα να κοιμούνται τη νύχτα κάτω από μια γέφυρα . Με τέτοια επιχειρήματα ξελογιάστηκαν οι φτωχοί και οι κοινωνικά αδύναμοι : «Όλοι έτρεξαν προς τα δεσμά τους πιστεύοντας πως εξασφάλισαν την ελευθερία τους […]» Συνεπώς , κοινωνία και νόμοι «πρόσθεσαν νέες δυσκολίες στον αδύναμο και νέες δυνάμεις στον πλούσιο , κατέστρεψαν ανεπανόρθωτα τη φυσική ελευθερία , στεριώσανε για πάντα το νόμο της ιδιοκτησίας και της ανισότητας , κι έναν επιδέξιο σφετερισμό τον έκαναν ανέκλητο δικαίωμα , και για το συμφέρον μερικών φιλόδοξων υποδούλωσαν για πάντα όλο το ανθρώπινο γένος στη δουλειά , στη σκλαβιά και τη δυστυχία». Οι κυβερνήσεις έχουν την τάση , αναπόφευκτα , να ασκούν αυθαίρετη εξουσία , «που είναι ο εκφυλισμός και το οριακό τους σημείο». Αυτή η εξουσία «είναι από τη φύση της παράνομη» και οι νέες επαναστάσεις πρέπει «να διαλύσουν εντελώς την κυβέρνηση ή [να]την οδηγήσουν στο δρόμο της νόμιμης συγκρότησής της[…]Η εξέγερση που έχει ως αποτέλεσμα το φόνο ή την εκθρόνηση ενός ηγέτη είναι μία πράξη το ίδιο νόμιμη με εκείνο που ο ίδιος έκανε πρωτύτερα διαφεντεύοντας τη ζωή και το βιος των υπηκόων του . Η βία και μόνο τον στήριζε , η βία και μόνο αυτή τον ανατρέπει».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Νόαμ Τσόμσκι «Περί Αναρχισμού» , εκδόσεις Κέδρος 2009 , μετάφραση Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου , σελίδες 22, 23.

Τα αποσπάσματατου του έργου του Ρουσό έχουν ληφθεί από την ελληνική έκδοση της «Πραγματείας» , Σύγχρονη Εποχή , μετάφραση Μέλπω Αλεξίου-Καναγκίνη , τρίτη έκδοση Αθήνα 2006.

Advertisements