stavroΔεν θα μπορούσα να ξεκινήσω αυτή την κατηγορία χωρίς να αναρτήσω πρώτα από όλα, κείμενο του Κορνήλιου Καστοριάδη. «Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου» είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του και το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος του προλόγου :

«Μέσα στον κόσμο της ζωής μπορούμε να ρωτήσουμε , και να ρωτάμε γιατί…; ή τι είναι…; Η απάντηση είναι πολλές φορές αβέβαιη . Τι είναι αυτό το λευκό αντικείμενο εκεί κάτω ; Είναι ο γιος του Κλέωνος , λέει ο Αριστοτέλης , «…τούτω δε [το λευκό αντικείμενο] συμβέβηκεν υιώ Κλέωνος είναι».(Αριστοτέλης , Περί ψυχής , ΙΙΙ , 1,425α, 26-27). Δεν ρωτάμε όμως αυτό που ρωτάει ο Αριστοτέλης : τι είναι οράν , τι είναι αυτό που βλέπουμε , τι είναι αυτός που βλέπει ; Ακόμα λιγότερο ρωτάμε : τι είναι αυτό το ίδιο το ερώτημα και το ερώτημα εν γένει ;

«Μόλις το ρωτήσουμε αυτό , η περιοχή αλλάζει . Δεν είμαστε πια μέσα στον κόσμο της ζωής , μέσα στο τοπίο που μένει σταθερό και αδιατάρακτο κι όταν ακόμα το αναστατώνει η πιο βίαιη κίνηση , στο οποίο θα μπορούσαμε να περιφέρουμε το βλέμμα μας σύμφωνα μ’ ένα διατεταγμένο πριν-μετά . Το φως του κάμπου χάθηκε , τα βουνά που προσδιόριζαν τα όριά του δεν βρίσκονται πια εκεί , το αρίφνητο γέλιο της ελληνικής θάλασσας δεν ακούγεται πια . Τίποτα δεν είναι απλώς τοποθετημένο δίπλα σε κάτι άλλο , το πιο κοντινό είναι το ποιο μακρινό , οι διακλαδώσεις δεν διαδέχονται πια η μία την άλλη , υπάρχουν συγχρόνως και η μία εισχωρεί στην άλλη . Η είσοδος του Λαβύρινθου είναι αμέσως ένα από τα κέντρα του , ή μάλλον δεν ξέρουμε πια αν είναι κέντρο , τι είναι κέντρο . Σκοτεινές στοές εκτείνονται προς όλες τις κατευθύνσεις , μπερδεύονται με άλλες που έρχονται ποιος ξέρει από που και που ίσως δεν οδηγούν πουθενά . Δεν έπρεπε να δρασκελίσουμε το κατώφλι αυτό , έπρεπε να μείνουμε απ’ έξω . Αλλά δεν είμαστε πια καν βέβαιοι αν δεν το έχουμε ανέκαθεν δρασκελίσει  , αν οι κίτρινες και λευκές κηλίδες των ασφοδέλων , που επανέρχονται κάπου κάπου να μας ταράξουν , έχουν ποτέ υπάρξει αλλού και όχι μόνο στην εσωτερική πλευρά των βλεφάρων μας . Η μοναδική εκλογή που μας απομένει είναι να χωθούμε στη μια στοά κι όχι στην άλλα , χωρίς να ξέρουμε που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν , ούτε αν μας ξαναφέρνουν εσαεί στο ίδιο αυτό σταυροδρόμι ή σ’ ένα άλλο εντελώς πανομοιότυπο .

«Σκεφτόμαστε δεν σημαίνει βγαίνουμε από το σπήλαιο , ούτε ότι αντικαθιστούμε την αβεβαιότητα των σκιών με τα ευδιάκριτα περιγράμματα των ίδιων των πραγμάτων , το τρεμουλιαστό φέγγος μιας φλόγας με το φως του αληθινού ήλιου . Σημαίνει μπαίνουμε στον Λαβύρινθο , πιο συγκεκριμένα κάνουμε να είναι και να φαίνεται ένας Λαβύρινθος , ενώ θα μπορούσαμε να είχαμε μείνει «ξαπλωμένοι ανάμεσα στα λουλούδια , ατενίζοντας τον ουρανό» (Rilke, Immer wieder…).Σημαίνει χανόμαστε μέσα στις στοές , που υπάρχουν μόνο επειδή τις σκάβουμε ακούραστα εμείς , περιστρεφόμαστε στο βάθος ενός αδιεξόδου του οποίου η είσοδος έχει κλείσει πίσω από τα βήματά μας – ώσπου η περιστροφή αυτή να ανοίξει ανεξήγητα βατές ρωγμές στο εσωτερικό τοίχωμα .

«Ασφαλώς , κάτι σημαντικό ήθελε να δηλώσει ο μύθος όταν παρουσίαζε τον Λαβύρινθο ως έργο του Δαιδάλου , ενός ανθρώπου .»

(Κορνήλιος Καστοριάδης , Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου, Ύψιλον/βιβλία , σελ.7-8)

Advertisements