πατρα 1«Αυτοί εκεί κάτω είναι αλλιώτικοι από μας. Είναι μουρλοί, που πα να πει για δέσιμο. Μερικοί είχαν πάει πιο νωρίς και καθόσανται χάμω στα σκαλιά τση εκκλησίας και παίζανε ζάρια. Όταν τσου είδε ο παπάς και άρχισε να γκαρίζει, του είπαν πως το κάνουν στη μνήμη του «Α» γιατί και αυτός ήτανε πολύ μεγάλη παιχτούρα. Κάποιοι άλλοι πιο πέρα λέγανε ιστορίες και γελάγανε πνιχτά, για τις πλάκες που είχε κάνει και τις αθάνατες ατάκες που είχε πει. Άσε που συνέχεια βλαστημάγανε και ο ένας έβριζε την αδερφή του άλλου, έτσι…, για πλάκα . Αυτό δεν ήτανε κηδεία, πανηγύρι ήτανε.»

Κάπως έτσι μιλούσαμε και κάπως έτσι γίνονταν οι κηδείες των φίλων τα χρόνια εκείνα. Τα παιδικά μου χρόνια. Το γέλιο και το κλάμα ήταν αδιαχώριστα. Οι άνθρωποι που έμεναν στην περιοχή πάνω από τα τελωνεία της Πάτρας ήταν «αλλιώτικοι». Έτσι μας αποκαλούσαν οι υπόλοιποι Πατρινοί, γιατί δεν μπορούσαν  να μας καταλάβουν. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε;

Σήμερα έχω φτιάξει τη ζωή μου αλλού, μακριά από τα τελωνεία και σε άλλη πόλη. Πολλές φορές όμως δεν μπορώ παρά να φέρνω στο μυαλό μου εκείνες τις μέρες καλλιεργώντας την νοσταλγία, αν έχω πολύ καιρό να πάω εκεί. Όταν πληροφορήθηκα το θάνατο του «Α» λυπήθηκα πάρα πολύ.  Λυπήθηκα τόσο για τον ίδιο τον «Α», όσο και για έναν τρόπο ζωής που ο «Α» ήταν ίσως ο τελευταίος που τον εκπροσωπούσε.

Πατρα 3Ο δρόμος που βρισκόταν το πατρικό μου σπίτι δεν ήταν πάνω από τριακόσια μέτρα. Σε αυτά τα «τρακόσα» μέτρα έζησα τις πιο όμορφες στιγμές της παιδικής μου ηλικίας. Ο «Α» έμενε μερικά σπίτια πιο πέρα από μένα, μαζί με τους γονείς του και την αδερφή του. Ήταν μεγαλύτερος από μένα και γι’ αυτό με αποκαλούσε πάντοτε «Βαγγελάκη» ή «Βάγγο». Η γενιά του «Α» μπορούσε να κάνει κάτι που ελάχιστοι σήμερα το καταφέρνουν: ήταν μονίμως άνεργοι, αλλά είχαν δουλειά, ήταν μονίμως άφραγκοι αλλά είχαν λεφτά!! Τώρα θα μου πεις, αυτό δεν γίνεται, και όμως γίνεται. Μη με ρωτήσεις το πώς, δεν ξέρω να σου πω, ξέρω όμως ότι έτσι ήταν.

Η συνοικία μας δεν ήταν και η καλύτερη που υπήρχε τότε στην Πάτρα. Αρκεί να σου πω ότι μόλις ο ήλιος έπεφτε, η αστυνομία σταματούσε να μπαίνει μέσα στα στενάκια για περιπολία, ακόμα και αν την καλούσε κάποιος, πράγμα σπάνιο. Δεν έμπαινε όχι γιατί φοβόντουσαν οι αστυνομικοί, αλλά γιατί γνώριζαν ότι οι «οι δικοί μας άνθρωποι» καθάριζαν πάντοτε μόνοι τους. Υπήρχαν ανάμεσά μας κλεφτρόνια, πουτάνες, (πόρνες τις αποκαλούμε σήμερα), πρεζάκια, νταβατζήδες και διάφορα άλλα ευγενή κατ’ εμέ επαγγέλματα. Τα αποκαλώ «ευγενή» γιατί οι άνθρωποι που τα ασκούσαν, χαρακτηρίζονταν από μία αξιοπρέπεια που σήμερα δεν υπάρχει και που σου είναι δύσκολο να την καταλάβεις γιατί δεν την έχεις ζήσει. Η Αξιοπρέπεια δεν μετριέται με τους καλούς τρόπους που μπορεί επιφανειακά να δείχνει κάποιος ότι έχει, ούτε με το πόσα λεφτά υπάρχουν στο πορτοφόλι του. Αξιοπρέπεια έχεις ή δεν έχεις.πικολο

Παρά την παρουσία όλων αυτών των «παρανόμων» ή των «περιθωριακών» όπως θα λέγαμε σήμερα, τότε, τα καλοκαίρια κοιμόμασταν με τα παράθυρα ανοιχτά. Οι πόρτες των σπιτιών μας δεν κλείδωναν και όταν έπρεπε να πάμε σε κάποια δουλειά, αφήναμε το παράθυρο του δρόμου ανοιχτό μαζί με την πόρτα της κουζίνας για να κάνει «ρεύμα» και να δροσίζεται το σπίτι. Τότε βλέπεις, δεν είχαμε κλιματιστικά, αλλά τα σαρανταδυάρια τα είχαμε για πλάκα αφού η λέξη μόνωση μας ήταν παντελώς άγνωστη και οι τράπεζες δεν έδιναν δάνεια για σπίτια που εξοικονομούν ενέργεια!! Τσίγκος πλήθες και τσιμεντόπλακα, my friend, you know «tsigos»? Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν είχε μπει κανένας στα σπίτια μας για να κλέψει. Δεν χρειαζόταν να το κάνει γιατί αν ήθελε κάτι έφτανε απλά να το ζητήσει. Τι είναι αυτό που μπορεί να θέλει κάποιος φτωχός από έναν άλλο … φτωχό; Λεφτά ή φαγητό.

-Κυρά Πόπη, έχεις τίποτα;

-Μωρέ που να μη σώσεις, πάλι δεν έχεις λεφτά;

-Τι να κάνω; Έβαλα κάτι ψιλά που είχα στο έξι-πέντε, αλλά πέταξα ντόρτια.

Η νόνα μου, του έδινε φαγητό και κανά ψιλό και μετά από μια-δυο μέρες ο ίδιος όταν θα περνούσε πάλι μπροστά από το σπίτι μας, δεν έκανε το κορόϊδο που λέμε σήμερα και χάριζε στη νόνα μου κανά δυο κιλά κρέας, ή τίποτα ρούχα που είχε σφίξει μαζί με τους άλλους, από κανένα μαγαζί. Άλλες φορές, η νόνα μου χάριζε ψάρια στο κυρ Κώστα το μπακάλη, και αυτός για να βγάλει την υποχρέωση, (αφού ήξερε ότι αν η νόνα μου έλεγε ότι τα ψάρια ήταν φρέσκα, τότε ήταν όντως φρέσκα) της έδινε «μουταρδέλα» ή καμιά κόκα-κόλα πράγμα δύσκολο να βρεις χωρίς λεφτά την εποχή εκείνη. Βέβαια η νόνα, του σούφρωνε και κανένα φρούτο που και που, αλλά αυτό ήταν χούϊ της και ο κυρ Κώστας έκανε ότι δεν έβλεπε. Έτσι κάναμε τις συναλλαγές μας τότε αναγνώστη μου, με ωραίες και αληθινές κουβέντες αντί για χρήμα.

Η γλώσσα είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας τρόπος επικοινωνίας. Είναι μία ολόκληρη διαδικασία κοινωνικοποίησης και μέσα από αυτή λαμβάνεις τους κώδικες που σε προτρέπουν σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς όπως θα λέγαμε σήμερα, επιστημονικά μιλώντας, τρομάρα να μας έρθει. «Αυτός έχει μπέσα». Πολύ μεγάλη κουβέντα και με ιδιαίτερη βαρύτητα. Το να έχει κάποιος μπέσα ήταν ότι πιο τιμητικό γιατί σε έκανε κάτι πολύ περισσότερο από άντρα ή γυναίκα. Σε έκανε άνθρωπο, όπως θα λέγαμε σήμερα, αλλά τότε λέγαμε ότι: η μπέσα σε κάνει μάγκα. Μάγκα κανονικό, όχι γιαλαντζή όπως είναι οι περισσότεροι «μάγκες» σήμερα. Η μπέσα όμως δεν ήταν κάτι που μπορούσες να το αποκτήσεις σε μία μέρα ή σε μία στιγμή. Ήταν κάτι που το αποκτούσες μέσα από τα χρόνια και με πολύ προσπάθεια. Μπέσα σήμαινε πολλά πράγματα μαζί.

α γυμνάσιοΜπορεί να είσαι κλεφτρόνι, αλλά δεν θα κλέψεις ποτέ από έναν φτωχό. Μπορεί να είσαι πρεζόνι αλλά δεν θα χτυπήσεις ένεση ποτέ μπροστά σε κόσμο και κυρίως μπροστά σε μικρά παιδιά, σε πάρκα ή σε πλατείες, τις λιγοστές που υπήρχαν τότε. Μπέσα σημαίνει πως αν είσαι βαποράκι δεν θα σπρώξεις ποτέ «πράμα» σε κάποιον που δεν έχει δοκιμάσει για να τον κάνεις «καινούργιο πελάτη». Μπέσα σημαίνει πως δεν θα πλακώσεις ποτέ στο ξύλο μία «αδερφή» που κάνει πιάτσα, ή δεν θα τον προσβάλεις ποτέ μπροστά σε αγνώστους κάνοντας πλάκα. Μπέσα θα πει να μην κοπανάς έναν μαύρο που προσπαθεί να μπαρκάρει γιατί «κι αυτός μπατηράκι είναι». Βλέπεις φίλε μου, τότε οι μαύροι έρχονταν στην Πάτρα όχι για να πουλήσουν cd αλλά για να περάσουν ζούλα στην Ιταλία. Εμείς τους βοηθούσαμε γιατί είχαμε μπέσα κι ας μη γνωρίζαμε τη γλώσσα τους. Δεν φωνάζαμε την αστυνομία, ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά σε καμία περίπτωση την Χρυσή Αυγή. Θα μου πεις ότι εκτός από την αστυνομία, κανείς από τους άλλους δύο δεν υπήρχε τότε, αλλά και να υπήρχαν σε διαβεβαιώ πως ούτε για βόλτα δεν θα πλησίαζαν τα τελωνεία! Ούτε οι μεν ούτε οι «δεν». Ένα βλέμμα ή ένα νόημα είναι πολλές φορές αρκετό για να καταλάβεις την πείνα, τη φτώχεια ή την απόγνωση του άλλου. Η γνώση της διαφορετικής γλώσσας σε αυτές τις περιπτώσεις είναι περριτή. Μπέσα σημαίνει πως ποτέ δεν θα τη φέρεις πισώπλατα στο φίλο σου αλλά πάντα θα φυλάς τα νώτα του. Μα πάνω από όλα, μπέσα σημαίνει πως ο λόγος σου είναι «σπαθί». Αυτό που θα πεις, αυτό είναι. Οι μάγκες δεν έδιναν ποτέ τα χέρια. Έλεγαν απλώς «έκειωσε» που θα πει τελείωσε. Προέρχεται από τη φράση «εκειό ήτανε», που πα να πει, αυτό ήταν, τέλος. «Μιλάμε σπαθί , ή ράβουμε κουμπιά τση χωροφυλακής;» Μετάφραση: «Λέμε αλήθειες ή κοροϊδεύουμε ο ένας τον άλλο;» Αυτός ήταν ο λόγος που η μπέσα αποκτιόταν μέσα από τα χρόνια. Ηταν τρόπος ζωής και όχι μία απλή λέξη. Έπρεπε συνεχώς να αποδεικνύεις πως αξίζεις να λένε οι άλλοι ότι είσαι κάποιος που έχει μπέσα. Πολύ θα ήθελα κάποιος να μου μεταφράσει τη λέξη «μπέσα» σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, από Γερμανικά μέχρι Κινέζικα. Για Εγγλέζικα δε λέω. Αυτοί έτσι κι αλλιώς έχουν πολύ φτωχό λεξιλόγιο. Αν τη βρείτε, να μου τρυπήστε τη μύτη .

ηφαίστουΌταν ήμουν μικρός, οι συνομήλικοι φίλοι μου με σύσταιναν στους άλλους ως «ψάρο», γιατί το «ψαροκέφαλος» που ήταν το πραγματικό μου παρατσούκλι τους έπεφτε μεγάλο. Τα ποιο μεγάλα παιδιά, με σύσταιναν ως «ο Βαγγελάκης της Άννα-Μαρίας». Οι γονείς των φίλων μου με ήξεραν ως τον «εγγονό της κυρά Πόπης», ενώ οι παππούδες των φίλων μου με ήξεραν ως τον «εγγονό του μπάρμπα Μιχάλη του ψαρά». Μεγαλώνοντας έγινα ο Χριστοδούλου Ευάγγελος του Αριστείδη. Σήμερα είμαι ο 055 555 555 (ΑΦΜ) ή ο Ψ 55555555(Αρ. ταυτότητας). Αυτό με μία πρώτη ματιά μπορεί να μην έχει και τόση σημασία. Η αλήθεια όμως είναι πως κάποτε τα ονόματα των ανθρώπων είχαν μία ιστορία πίσω τους και η αντιμετώπιση των άλλων ήταν ανάλογη. Ταυτόχρονα, υπόρρητα υπήρχε το μήνυμα ότι γνωρίζω την οικογένειά σου και ξέρω τι άνθρωποι είναι. Από πού κρατάει η σκούφια τους που λέμε. Καλοί ή κακοί, δεν έχει σημασία, το ότι δεν ήμουν ένας απλός αριθμός, έχει. Όταν περπατώ στους δρόμους της Πάτρας, με χαιρετούν στο δρόμο (ναι, μη σου φαίνεται περίεργο, ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που σε καλημερίζουν στο δρόμο, ακόμα και χωρίς να σε ξέρουν) πάρα πολλοί άνθρωποι μεγαλύτεροι από μένα, επειδή με αναγνωρίζουν ως ψάρο, γιο της Άννα-Μαρίας, ή εγγονό της κυρά Πόπης και του Μπαρμπα-Μιχάλη και όχι ως Βαγγέλη Χριστοδούλου. Εγώ, τα πιτσιρίκια που μένουν σήμερα απέναντι από το σπίτι μου, σε είκοσι χρόνια δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να τα αναγνωρίσω, αφού τώρα καλά-καλά, δεν γνωρίζω ούτε τα ονόματά τους. Ας παίζουν κάθε μέρα με την κόρη μου, δεν έχει σημασία, στην πραγματικότητα μου είναι εντελώς άγνωστα. Δεν συζητώ βέβαια για τα ονόματα των γονιών τους. Ούτε κατά διάνοια!! Ποτέ δεν  με κάλεσαν στο σπίτι τους, ούτε όμως και εγώ. Έτσι είναι σήμερα η ζωή μας, έχει αλλάξει .

πατρα2Οι πόρτες μας είναι κλειστές γιατί δεν φοβόμαστε μόνο τους κλέφτες αλλά και τους γείτονες. Όπως σου λένε και στην τηλεόραση «ο γείτονάς σου είναι ο πιο επικίνδυνος». Εμείς κάποτε τους γνωρίζαμε όλους και οι γιαγιάδες μας ή οι νόνες μας όπως τις λέγαμε εμείς που κρατούσαμε και από Νότια Ιταλία μεριά, γνώριζαν μέχρι και το ποιες ώρες κουνιόταν η αχλαδιά στα υπόλοιπα σπίτια. Θα μου πεις πως ήταν κουτσομπόλες. Ίσως, αλλά ένα πιάτο φαγητό ή όσο περίσσευμα είχαν από οτιδήποτε, το έδιναν με την καρδιά τους και χωρίς να τους το ζητήσουν. Απλώς επειδή περίσσευε, το χάριζαν. Δεν χρειαζόταν η τηλεόραση για να τους ξυπνήσει τα φιλανθρωπικά τους αισθήματα ούτε οι δημοσιογράφοι των δέκα χιλιάδων ευρώ το μήνα, που καλούν σε βοήθεια. Υλική βοήθεια, χρήματα και ηθική υποστήριξη ή συμβουλές έπαιρναν από τους γείτονες, τους κουτσομπόληδες και όχι από τους ψυχολόγους της Τατιάνας ή των πρωϊνάδικων, που έμαθαν πέντε θεωρίες και νομίζουν πως ισχύουν για όλους. Τότε, εκείνα τα χρόνια, ΔΕΝ ήμασταν όλοι ίδιοι και αυτό ακριβώς όχι μόνο γινόταναποδεκτό, αλλά ήταν και ευτύχημα. Σήμερα θέλουν να μας κάνουν όλους ίδιους. Εμείς, που μεγαλώσαμε πάνω από τα τελωνεία, στο λέω χωρίς να θέλω να σε προσβάλω αναγνώστη μου, δεν είμαστε ίδιοι με κανέναν όπως ακριβώς και οι άλλοι δεν είναι ίδιοι με μας, παρ’ όλο που θέλουν κάποιοι να νομίζουμε το αντίθετο. Τελικά, οι μνήμες είναι αυτές που κρατάνε ζωντανή την διαφορετικότητά μας. Μην τις θάβεις, να είσαι περήφανος γι’ αυτές. Το να κρατάς τη μνήμη ζωντανή είναι μπέσα απέναντι σε αυτούς που έφυγαν.

  Στη μνήμη του «Α».

Advertisements